Μετάφραση του "monastic" σε Ελληνικά

Οι μοναχικός, μοναστικός, καλογερική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monastic" σε Ελληνικά.

monastic adjective noun γραμματική

Of or relating to monasteries or monks. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναχικός

    adjective masculine

    of or relating to monasteries or monks

  • μοναστικός

    adjective masculine

    of or relating to monasteries or monks

    My monastic title is Budong so please keep quiet

    Ο μοναστικός μου τίτλος είναι ο Μπουντόγκ. Γι'αυτό παρακαλώ κάντε ησυχία.

  • καλογερική

    noun

    It appears monastic life suits you, Victoria.

    Από ό, τι φαίνεται η καλογερική ζωή σου ταιριάζει, Βικτόρια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μοναχός
    • ασκητικός
    • καλογερικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monastic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "monastic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ασκητικός · καλογερικός · μοναστικός · μοναχικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monastic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη