Μετάφραση του "monkey" σε Ελληνικά

Οι πίθηκος, μαϊμού, παίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monkey" σε Ελληνικά.

monkey verb noun γραμματική

(rare, pejorative, slang) A dark-skinned person, especially a person of, or primarily of, Negro descent. See also nigger and/or jigaboo. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίθηκος

    noun masculine

    primate [..]

    I think you've been hanging around these monkeys for too long.

    Νομίζω πως κάνεις παρέα μ'αυτούς τους πιθήκους πάρα πολύ.

  • μαϊμού

    proper feminine

    primate

    If that's Melanie, tell her the monkey's here.

    Aν είναι η Μέλανι, πες της ότι είναι δω η μαϊμού.

  • παίζω

    verb

    Nobody makes a monkey out of Steve but Steve.

    Κανείς δε παίζει με τον Στηβ, εκτός απ'τον ίδιο!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μιμούμαι
    • διάδρομος ανθρακωρυχείου
    • μαϊμού o πίθηκος
    • παίζω με κάτι άσκοπα
    • Μαϊμού
    • κατεργαράκος
    • μαϊμού πίθηκος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monkey " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Monkey proper

The ninth of the 12-year cycle of animals which appear in the Chinese zodiac related to the Chinese calendar. [..]

+ Προσθήκη

"Monkey" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Monkey στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "monkey"

Φράσεις παρόμοιες με "monkey" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monkey" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη