Μετάφραση του "monogram" σε Ελληνικά

Το μονόγραμμα είναι η μετάφραση του "monogram" σε Ελληνικά.

monogram verb noun γραμματική

(obsolete) A picture drawn in line only, before the colour and/or shading is applied; an outline sketch. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονόγραμμα

    I'm sure Varya's monogram should look like this!

    Είμαι σίγουρος ότι το μονόγραμμα της Βάρια θα έπρεπε να φαίνεται έτσι!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monogram " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "monogram"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monogram" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη