Μετάφραση του "monomial" σε Ελληνικά

Οι μονώνυμο, Μονώνυμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monomial" σε Ελληνικά.

monomial adjective noun neuter γραμματική

Relative to an algebraic expression consisting of one term. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονώνυμο

    noun οδέτερο
  • Μονώνυμο

    polynomial which has only one term

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monomial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monomial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη