Μετάφραση του "monopolization" σε Ελληνικά

Το μονοπώληση είναι η μετάφραση του "monopolization" σε Ελληνικά.

monopolization noun γραμματική

The act of monopolizing or the state of being monopolized [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονοπώληση

    (d) whether monopolization of activities in the Area has been prevented;

    δ) αν αποφεύχθηκε η μονοπώληση των δραστηριοτήτων στην περιοχή 7

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monopolization " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "monopolization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μονόπολο, κεραία μονοπόλου
  • ελέγχω · ελέγχω πλήρως · μονοπωλώ
  • αναδιπλωμένο μονόπολο
  • Μαγνητικό μονόπολο
  • ελέγχω · ελέγχω πλήρως · μονοπωλώ
  • ελέγχω · ελέγχω πλήρως · μονοπωλώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monopolization" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη