Μετάφραση του "mop" σε Ελληνικά
Οι σφουγγαρίστρα, σφουγγαρίζω, φλόκκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mop" σε Ελληνικά.
mop
verb
noun
γραμματική
An implement for washing floors, or the like, made of a piece of cloth, or a collection of thrums, or coarse yarn, fastened to a handle. [..]
-
σφουγγαρίστρα
noun feminineimplement for washing floors [..]
You think her hair look like a wet dust mop, go on and tell her so.
Αν νομίζεις ότι το μαλλί της είναι σαν σφουγγαρίστρα, πες το.
-
σφουγγαρίζω
verbto rub, scrub, clean or wipe with a mop, or as if with a mop
Go back to the subway, before I mop the floor with your face.
Επιστροφή στο μετρό, πριν εγώ σφουγγαρίζω το πάτωμα με το πρόσωπό σας.
-
φλόκκος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Σφουγγαρίστρα
- μάπα
- απορροφώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mop " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "mop"
Φράσεις παρόμοιες με "mop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ισοπεδώνω · σαρώνω
-
Πρωτόκολλο διαδικασιών συντήρησης
-
Μεγίστη ισχύς εξόδου
-
Εκατομμύρια λειτουργίες ανά δευτερόλεπτο
-
αποτελείωμα · περάτωση · συμπλήρωση · σφουγγαρίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη