Μετάφραση του "mostly" σε Ελληνικά
Οι κυρίως, συνήθως, ως επί το πλείστον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mostly" σε Ελληνικά.
mostly
adverb
γραμματική
(focus) Mainly or chiefly; for the most part; usually, generally, on the whole. [..]
-
κυρίως
adverbSuch crimes are mostly related to illegally stored hunting guns.
Οι πράξεις αυτές αφορούν κατά κύριο λόγο την παράνομη αποθήκευση κυνηγετικών όπλων.
-
συνήθως
adverbThe projects supported, although agreeable, have been mostly on a small scale and often lacking in educational content.
Τα προγράμματα που υποστηρίζονται, αν και είναι ευνοϊκά, έχουν συνήθως μικρή εμβέλεια και δεν έχουν καθόλου παιδαγωγικό χαρακτήρα.
-
ως επί το πλείστον
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mostly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη