Μετάφραση του "motorize" σε Ελληνικά
Οι μηχανοποιώ, εξοπλίζω με κινητήρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "motorize" σε Ελληνικά.
motorize
verb
γραμματική
(transitive) To fit something with a motor. [..]
-
μηχανοποιώ
verb -
εξοπλίζω με κινητήρα
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " motorize " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "motorize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προστατευτικό κύκλωμα κινητήρα
-
καύσιμο κινητήρα · καύσιμο κινητήρων εσωτερικής καύσεως
-
κινητήρας βημάτων , βηματοκινητήρας
-
ηλεκτροκινητήρας περιστροφής
-
αυτοκίνηση · οδικά ταξίδια
-
τριφασικός κινητήρας
-
Επαγωγικός κινητήρας, εκκίνησης πυκνωτή
-
κινητικός νευρώνας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη