Μετάφραση του "mugging" σε Ελληνικά
Οι επίθεση για ληστεία, ληστεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mugging" σε Ελληνικά.
mugging
noun
verb
γραμματική
A quick violent robbery of a person, usually in a public place. [..]
-
επίθεση για ληστεία
-
ληστεία
nounI kept his son from being sent away for a mugging that he didn't commit.
Γλύτωσα τον γιο του, από φυλάκιση, για ληστεία που δεν διέπραξε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mugging " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mugging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγγείο · η · κορόιδο · κούπα · κόπανος · κύπελλο · κώθων · ληστεύω · μαστραπάς · μούρη · μούτρο · μπίρα · ποτήρι · ποτήρι μπίρα · πρόσωπο · στόμα · φάτσα · όψη
-
κύπελλο
-
To express hostility or menace towards someone through a dirty look
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη