Μετάφραση του "mulct" σε Ελληνικά
Οι πρόστιμο, επιβάλλω πρόστιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mulct" σε Ελληνικά.
mulct
verb
noun
γραμματική
(law) A fine or penalty, especially a pecuniary one. [..]
-
πρόστιμο
noun neuter -
επιβάλλω πρόστιμο
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mulct " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη