Μετάφραση του "multiple" σε Ελληνικά

Οι πολλαπλάσιο, πολλαπλός, πολλαπλάσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "multiple" σε Ελληνικά.

multiple adjective noun γραμματική

(mathematics) A number that may be divided by another number with no remainder; thus 14, 21 and 70 are multiples of 7 [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολλαπλάσιο

    noun

    The uniform amounts for lump sum and penalty payments are rounded to the nearest multiple of ten.

    Τα ενιαία ποσά για το κατ’ αποκοπή ποσό και τις χρηματικές ποινές στρογγυλοποιούνται στο πλησιέστερο πολλαπλάσιο του δέκα.

  • πολλαπλός

    adjective masculine

    The multiple exclusion faced by young people from ethnic minorities in poor neighbourhoods also needs increased attention.

    Ο πολλαπλός αποκλεισμός που αντιμετωπίζουν οι νέοι από εθνικές μειονότητες σε φτωχές γειτονιές απαιτεί επίσης αυξημένη προσοχή.

  • πολλαπλάσιος

    adjective

    No other offsets than negative or positive multiples of half hours shall be allowed.

    Δεν επιτρέπεται καμία άλλη ρύθμιση της διαφοράς της ώρας πέρα από θετικά ή αρνητικά πολλαπλάσια της μισής ώρας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολυάριθμος
    • πολλαπλούς
    • Πολλαπλάσιο
    • αλλεπάλληλος
    • επανειλημμένος
    • επιδημία [+Γεν.]
    • κατ' επανάληψη
    • πολλαπλά (κοστούμι)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " multiple " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "multiple" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "multiple" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη