Μετάφραση του "mummify" σε Ελληνικά

Οι ταριχεύω, μουμιοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mummify" σε Ελληνικά.

mummify verb γραμματική

(transitive) To make into a mummy, by preserving a dead body. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταριχεύω

    verb

    transitive: to mummify

    That's creepy, he's killing his victims and then mummifying them.

    Αυτό είναι ανατριχιαστικό, σκοτώνει τα θύματά του και μετά τα ταριχεύει.

  • μουμιοποιώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mummify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mummify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη