Μετάφραση του "mural" σε Ελληνικά

Το τοιχογραφία είναι η μετάφραση του "mural" σε Ελληνικά.

mural adjective noun γραμματική

A large painting, usually drawn on a wall. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοιχογραφία

    noun feminine

    painting on wall [..]

    This is our entry for the mural contest.

    Είναι η ιδέα μας για τον διαγωνισμό τοιχογραφίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mural " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mural"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mural" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη