Μετάφραση του "muss" σε Ελληνικά

Οι ακαταστασία, ανακάτωμα, σύγχυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "muss" σε Ελληνικά.

muss verb noun γραμματική

(transitive) to rumple or make (something) untidy [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακαταστασία

    noun
  • ανακάτωμα

    noun
  • σύγχυση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανακατεύω
    • ανακατώνω
    • τσαλακώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " muss " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "muss" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη