Μετάφραση του "musty" σε Ελληνικά

Οι μπαγιάτικος, απαρχαιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "musty" σε Ελληνικά.

musty adjective γραμματική

Having a stale odor. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαγιάτικος

    adjective
  • απαρχαιωμένος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " musty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "musty" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "musty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη