Μετάφραση του "mutter" σε Ελληνικά

Οι μουρμουρίζω, μουρμούρισμα, ψιθυρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mutter" σε Ελληνικά.

mutter verb noun γραμματική

A repressed or obscure utterance; an instance of muttering. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μουρμουρίζω

    verb

    It basically means “utter inarticulate sounds” and is rendered “moan,” ‘growl,’ ‘coo,’ and ‘mutter.’

    Βασικά σημαίνει «βγάζω άναρθρους ήχους» και αποδίδεται “βογκώ από θλίψη”, “βρυχιέμαι”, «γρούζω» και “μουρμουρίζω”.

  • μουρμούρισμα

    noun neuter
  • ψιθυρίζω

    verb

    You know Felix is muttering about a vote of no confidence?

    Γνωρίζεις ότι ο Φίλιξ ψιθυρίζει για ψήφο μη εμπιστοσύνης;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μουρμουρητό
    • μουρμούρα
    • say something in a low or barely audible voice, especially in dissatisfaction or irritation ... μουρμουριζω, "γκρινιαζω"
    • γκρινιάζω
    • γογγυσμός
    • γογγυτό
    • ψελλίζω
    • παραπονιέμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mutter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mutter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παραμιλώ
  • γογγυσμός · γογγυτό · μουρμουρητό · μουρμούρα · μουρμούρισμα
  • γογγυσμός · γογγυτό · μουρμουρητό · μουρμούρα · μουρμούρισμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mutter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη