Μετάφραση του "nail" σε Ελληνικά

Οι καρφώνω, νύχι, καρφί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nail" σε Ελληνικά.

nail verb noun γραμματική

One of the four round pedestals (the nails) in Bristol, on which merchants once carried out their business. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρφώνω

    verb

    engage in sexual intercourse [..]

    I taught a broad to golf once, ended up nailing her in the sand trap.

    Κάποτε μάθαινα γκολφ σε μια γκόμενα, και καταλήξαμε να της τον καρφώνω στον αμμόλακκο.

  • νύχι

    noun neuter

    on fingers and toes [..]

    But once you have the nails steady and firm then, you just tug.

    Άπαξ και πιάσεις το νύχι καλά, μετά απλά στρίβεις τη λαβίδα.

  • καρφί

    noun neuter

    spike-shaped metal fastener used for joining wood or similar materials [..]

    Well, then, it was a nail from the trellis.

    Τότε πρέπει να ήταν κάποιο καρφί από το φράκτη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συλλαμβάνω
    • πρόκα
    • καθηλώνω
    • Καρφί
    • πιάνω
    • δίνω ρέστα
    • διασφαλίζω
    • σιγουρεύω
    • πετυχαίνω
    • εκθέτω
    • μαγκώνω
    • ξεκουκουλώνω
    • ξεμπροστιάζω
    • τσακώνω
    • ήλος
    • τσιμπώ
    • ανακαλύπτω
    • «αδειάζω» κπ
    • κάνω με κλειστά μάτια
    • μονάδα μήκους
    • στριμώχνω κπ (στη γωνία)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nail " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Nail
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καρφί, πρόκα

Εικόνες με "nail"

Φράσεις παρόμοιες με "nail" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nail" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη