Μετάφραση του "narrowing" σε Ελληνικά

Το στένωση είναι η μετάφραση του "narrowing" σε Ελληνικά.

narrowing noun adjective verb γραμματική

Present participle of narrow. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στένωση

    feminine

    The scan showed a narrowed aortic valve that we will replace during open-heart procedure.

    Η αξονική έδειξε στένωση αορτικής βαλβίδας την οποία θα αντικαταστήσουμε με εγχείρηση ανοικτής καρδιάς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " narrowing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "narrowing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "narrowing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη