Μετάφραση του "nasal" σε Ελληνικά

Οι ρινικός, έρρινος, ρινικό οστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nasal" σε Ελληνικά.

nasal adjective noun γραμματική

(anatomy) Of or pertaining to the nose. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρινικός

    He must have fallen out of bed and got the nasal cannula wrapped around his neck somehow.

    Πρέπει να έπεσε από το κρεβάτι και ο ρινικός σωλήνας να μπερδεύτηκε κάπως γύρω από το λαιμό του.

  • έρρινος

    Adjective
  • ρινικό οστό

    noun

    Note the perimortem fractures to the nasal bones.

    Παρατηρήστε το επιθανάτιο κάταγμα στο ρινικό οστό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nasal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nasal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nasal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη