Μετάφραση του "nationalisation" σε Ελληνικά
Οι εθνικοποίηση, κρατικοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nationalisation" σε Ελληνικά.
nationalisation
noun
γραμματική
Act of taking formerly private assets into public or state ownership. [..]
-
εθνικοποίηση
noun femininemaking private assets public [..]
Since its nationalisation, it has been reduced in size, in particular as a result of a deposit outflow.
Μετά την εθνικοποίηση της, το μέγεθός της περιορίστηκε, ιδίως λόγω της εκροής καταθέσεων.
-
κρατικοποίηση
noun feminineThis would de facto amount to a partial nationalisation of the Daewoo shipbuilding activities.
Το γεγονός αυτό θα αντιστοιχεί σε de facto μερική κρατικοποίηση του ναυπηγικού τομέα της Daewoo.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " nationalisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "nationalisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εθνικοποιώ
-
δημοσιοποιώ · εθνικοποιώ · κρατικοποιώ
-
επιχείρηση κοινού συμφέροντος
-
κρατικοποιώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη