Μετάφραση του "naturalist" σε Ελληνικά

Οι φυσιοδίφης, φυσιοκράτης, βοτανολόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "naturalist" σε Ελληνικά.

naturalist noun γραμματική

(dated) A person committed to studying nature or natural history. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσιοδίφης

    noun masculine

    a person who studies nature or natural history [..]

    Perhaps I could combine them to be a sort of fighting naturalist, like you, sir.

    'Ισως αν μπορούσα να τα συνδυάσω και να γίνω πολεμιστής φυσιοδίφης, όπως κι εσείς.

  • φυσιοκράτης

    masculine

    a person who advocates naturalism

  • βοτανολόγος

    noun
  • νατουραλιστής

    Fritz Thaulow, leading Naturalist painter, whose work reflects the opposing Norwegian school of art.

    Ο Φριτζ Τόλαου, ηγετικός Νατουραλιστής ζωγράφος, του οποίου το έργο αντανακλά την αντίπαλη Νορβηγική σχολή τέχνης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " naturalist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "naturalist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "naturalist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη