Μετάφραση του "necessary" σε Ελληνικά
Οι απαραίτητος, αναγκαίος, αναπόφευκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "necessary" σε Ελληνικά.
(archaic, UK) bathroom, toilet, loo [..]
-
απαραίτητος
adjective masculineneeded, required
I abstained on the amended proposal, because I feel that on this issue no compromises are necessary.
Απείχα από την τροποποιημένη πρόταση, γιατί αισθάνομαι ότι πάνω σε αυτό το ζήτημα κανένας συμβιβασμός δεν είναι απαραίτητος.
-
αναγκαίος
adjectiveAccording to the Commission, a specific duty at that level is also necessary.
Ένας ειδικός δασμός αυτού του ύψους είναι και αναγκαίος.
-
αναπόφευκτος
adjective masculinesuch as must be
Hate groups like the Aryan Nation believe that race war is not only inevitable, but necessary.
Ομάδες μίσους, όπως το " Έθνος των Αρείων ", θεωρούν ότι ο φυλετικός πόλεμος είναι και αναπόφευκτος και απαραίτητος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναπόδραστος
- ζωτικής σημασίας
- ανάγκη
- χρειαζόμενος
- χρειαζούμενος
- απαιτητός
- αναγκαίο
- απαρέτητα(ος)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " necessary " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αναγκαίος, απαραίτητος
Φράσεις παρόμοιες με "necessary" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαραίτητη υποδομή
-
τα αναγκαία
-
αν παραστεί ανάγκη
-
πρέπει να
-
όπου κρίνεται αναγκαίο
-
με κάθε αναγκαίο μέσο
-
αν παραστεί ανάγκη
-
αναγκαία και ικανή συνθήκη