Μετάφραση του "needs" σε Ελληνικά
Το υποχρεωτικά είναι η μετάφραση του "needs" σε Ελληνικά.
needs
adverb
verb
noun
γραμματική
Of necessity; necessarily; indispensably; often with must, and equivalent to "of need". [..]
-
υποχρεωτικά
adjectiveOtherwise, the compensation constitutes state aid and needs to be notified.
Σε αντίθετη περίπτωση, η αντιστάθμιση συνιστά κρατική ενίσχυση και πρέπει υποχρεωτικά να κοινοποιείται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " needs " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "needs" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Απαιτούμενο ακουστικό κέρδος
-
Ανάγκη · ένδεια · έχω ανάγκη · ανάγκη · αναγκαιότητα · ανταποκρίνομαι · αντιξοότητα · ζήτηση · θέλω · κίνητρο · πρέπει να βρούμε · προϋποθέτω · χρεία · χρειάζομαι
-
Πρέπει να συγκεντρωθώ
-
Αναγκαίο συν ένα
-
Ανάγκη
-
χρειάζομαι φαγητό
-
βασικές ανάγκες · θεμελιώδεις ανάγκες · τα αναγκαία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη