Μετάφραση του "neonate" σε Ελληνικά
Οι νεογνό, νεογέννητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "neonate" σε Ελληνικά.
neonate
noun
γραμματική
A newborn infant, a newborn. [..]
-
νεογνό
noun neuterObesity and maternal diabetes represent an increased risk of maternal and also neonatal morbidity and mortality.
" παχυσαρκία και ο μητρικός διαβήτης ενέχουν αυξημένο κίνδυνο νοσηρότητας και θνησιμότητας για τη μητέρα και το νεογνό.
-
νεογέννητο
neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " neonate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "neonate"
Φράσεις παρόμοιες με "neonate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νεογέννητος · νεογνικός
-
Νεογνικός ίκτερος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη