Μετάφραση του "netting" σε Ελληνικά

Οι δικτύωση, δικτυωτό, δικτύωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "netting" σε Ελληνικά.

netting noun verb γραμματική

Something that acts as, or looks like, a net. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικτύωση

    noun

    They found high-strength netting on the bottom of a big boulder in the rapids.

    Βρήκαν εξαιρετικά γερή δικτύωση, στον πάτο ενός βράχου στο μέσο των ορμητικών νερών.

  • δικτυωτό

    It may be presented plain, in netting or trussed.

    Η παρουσίασή του μπορεί να γίνεται ως έχει, σε δικτυωτό ή περιτυλιγμένο με σπάγκο.

  • δικτύωμα

    Um, uh, andromeda'sskin is made of monocarbide netting.

    Το δέρμα της Ανδρομέδα αποτελείται από μονοκαρβιδικό δικτύωμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " netting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "netting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "netting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη