Μετάφραση του "neurotic" σε Ελληνικά
Οι νευρωτικός, νευρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "neurotic" σε Ελληνικά.
neurotic
adjective
noun
γραμματική
(obsolete?) Affected with a neurosis [..]
-
νευρωτικός
adjective noun masculineperson who has a neurosis [..]
If you weren't neurotic, Franklyn, you would be something much worse.
Αν δεν ήσουν νευρωτικός, Φράνκλιν, θα ήσουν κάτι πολύ χειρότερο.
-
νευρικός
AdjectiveMost kids would grow up neurotic, Martha carrying on the way she does
Τα περισσότερα παιδιά θα γίνονταν νευρικά, με τον τρόπο που η Μάρθα συμπεριφέρεται
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " neurotic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη