Μετάφραση του "new" σε Ελληνικά

Οι νέος, καινούργιος, πρόσφατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "new" σε Ελληνικά.

new adjective verb noun adverb γραμματική

Recently made, or created. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νέος

    adjective masculine

    newborn [..]

    My hair fell out when I heard the news.

    Mου έπεσαν τα μαλλιά, όταν άκουσα τα νέα.

  • καινούργιος

    adjective masculine

    recently made or created

    He does not have the money for buying a new car.

    Αυτός δεν έχει χρήματα για καινούργιο αυτοκίνητο.

  • πρόσφατος

    adjective masculine

    additional, recently discovered

    The analysis which follows updates the position in those areas where new economic and social statistics exist.

    Η ανάλυση που ακολουθεί αποτελεί ενημέρωση στους τομείς όπου υπάρχουν πρόσφατα οικονομικά και κοινωνικά στατιστικά στοιχεία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καινούριος
    • nέο
    • καινός
    • νεοπαγής
    • φρέσκος
    • νέο
    • καινοφανής
    • άπειρος
    • πρωτοποριακός
    • νεοφανής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " new " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

New adjective proper γραμματική

In place names, a prefix added to the name of a newly established place, intended to convey that the newly established place will share some characteristic of an older place for which the new place is named. [..]

+ Προσθήκη

"New" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το New στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

NEW
+ Προσθήκη

"NEW" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το NEW στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "new"

Φράσεις παρόμοιες με "new" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Διαφημιστικό πλαίσιο ειδήσεων
  • σχεδόν τίποτα το νέο · τίποτα το καινούριο
  • νέο-
  • είδηση · ειδήσεις · ειδησεογραφία · ειδησεογραφικός · μαντάτα · νέα · νέο · πληροφορία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "new" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη