Μετάφραση του "newborn" σε Ελληνικά

Οι νεογνό, νεογέννητος, νεογέννητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "newborn" σε Ελληνικά.

newborn adjective noun γραμματική

recently born. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεογνό

    noun neuter

    recently born baby

    It also includes the supply of care to cover pregnant women and the newborn.

    Περιλαμβάνει, επίσης, την παροχή φροντίδας προς τις εγκύους και τα νεογνά.

  • νεογέννητος

    adjective masculine

    recently born

    I was a newborn vampire, weeping at the beauty of the night.

    Ημουν ένας νεογέννητος βρυκόλακας που έκλαιγε από την ομορφιά της νύχτας.

  • νεογέννητο

    neuter

    This newborn baby is so young that his eyes are still closed.

    Αυτό το μωρό είναι νεογέννητο κι έχει ακόμη κλειστά τα μάτια του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " newborn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "newborn"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "newborn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη