Μετάφραση του "niggling" σε Ελληνικά
Το ασήμαντος είναι η μετάφραση του "niggling" σε Ελληνικά.
niggling
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of niggle. [..]
-
ασήμαντος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " niggling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "niggling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μικρολογώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη