Μετάφραση του "noisome" σε Ελληνικά

Οι δυσάρεστος, ανθυγιεινός, νοσηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "noisome" σε Ελληνικά.

noisome adjective γραμματική

Morally hurtful or noxious. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσάρεστος

    adjective masculine

    This war has proved noisome to the realm and disastrous for our merchants

    Αυτός ο πόλεμος έχει αποδειχθεί δυσάρεστος για το βασίλειο και καταστροφικός για τους εμπόρους μας

  • ανθυγιεινός

    adjective masculine

    Posing a risk to health.

  • νοσηρός

    adjective masculine

    Posing a risk to health.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βλαβερός
    • δύσοσμος
    • επιβλαβής
    • αηδιαστικός
    • δυσώδης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " noisome " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "noisome" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη