Μετάφραση του "nominative" σε Ελληνικά

Οι ονομαστική, ονομαστική πτώση, ὀνομαστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nominative" σε Ελληνικά.

nominative adjective noun γραμματική

(grammar) Giving a name; naming; designating; — said of that case or form of a noun which stands as the subject of a finite verb. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ονομαστική

    adjective noun feminine

    giving a name, naming; designating [..]

    For the nominal value, the generating event is linked to the existence of the guarantee.

    Όσον αφορά την ονομαστική αξία, το γενεσιουργό γεγονός συνδέεται με την ύπαρξη της εγγύησης.

  • ονομαστική πτώση

    noun proper
  • ὀνομαστική

    Moreover, the deductions arising from clearance are decided upon at nominal value without the amounts being updated.

    Ἐξάλλου, οἱ κρατήσεις πού συνεπάγεται ἡ ἐκκαθάριση ἀποφασίζονται σέ ὀνομαστική ἀξία, χωρίς ἀναπροσαρμογή τῶν ποσῶν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ονομαστικός
    • πτώση του υποκειμένου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nominative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nominative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Νομιναλισμός · νομιναλισμός · ονοματοκρατία
  • Ονομαστικός εφελκυσμός λειτουργίας
  • Ονομαστική · ονομαστική · ονομαστική πτώση · πτώση του υποκειμένου
  • Ονομαστικός εφελκυσμός λειτουργίας
  • ασήμαντος · ονομαστικός · ονοματική φράση · πλασματικός · συμβολικός
  • ονοματοποίηση · ουσιαστικοποίηση
  • βάζω · διορίζω · καθορίζω · ορίζω · προτείνω · υποδεικνύω · χρίω υποψήφιο
  • Ονομαστική / Κανονική εκπεμπόμενη ισχύς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nominative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη