Μετάφραση του "nonbeliever" σε Ελληνικά

Το δύσπιστος είναι η μετάφραση του "nonbeliever" σε Ελληνικά.

nonbeliever noun γραμματική

a person who does not believe; especially regarding religion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δύσπιστος

    noun

    You always been such a nonbeliever?

    Πάντα ήσουν έτσι δύσπιστος;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nonbeliever " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nonbeliever" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη