Μετάφραση του "nonsensical" σε Ελληνικά

Οι αποκλίνων, ανόητος, άρες μάρες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nonsensical" σε Ελληνικά.

nonsensical adjective γραμματική

Without sense; unmeaning; absurd; foolish; irrational; preposterous. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλίνων

    adjective
  • ανόητος

    noun masculine

    And you really think that... anybody here will believe your nonsense?

    Είσαι τόσο ανόητος που νομίζεις ότι οι Γερμανοί εδώ, θα πιστέψουν τις ανοησίες σου;

  • άρες μάρες

  • ασυνάρτητος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nonsensical " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nonsensical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ρεαλιστικός, πρακτικός, σοβαρός, ντόμπρος
  • ανοησίες!
  • ακαταλαβίστικα · ανοησία · ανοησίες · ασυναρτησίες · βλακεία · βλακείες · κουταμάρα · μπαρούφα · μωρία · παραλογισμός · σαχλαμαρες · φούμαρα
  • ακαταλαβίστικα · ανοησία · ανοησίες · ασυναρτησίες · βλακεία · βλακείες · κουταμάρα · μπαρούφα · μωρία · παραλογισμός · σαχλαμαρες · φούμαρα
  • ακαταλαβίστικα · ανοησία · ανοησίες · ασυναρτησίες · βλακεία · βλακείες · κουταμάρα · μπαρούφα · μωρία · παραλογισμός · σαχλαμαρες · φούμαρα
  • ακαταλαβίστικα · ανοησία · ανοησίες · ασυναρτησίες · βλακεία · βλακείες · κουταμάρα · μπαρούφα · μωρία · παραλογισμός · σαχλαμαρες · φούμαρα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nonsensical" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη