Μετάφραση του "nonstop" σε Ελληνικά

Οι ασταμάτητος, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nonstop" σε Ελληνικά.

nonstop adjective noun adverb γραμματική

Without stopping; without interruption or break; [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασταμάτητος

    adjective

    The pain was nonstop.

    Ο πόνος ήταν ασταμάτητος.

  • χωρίς ενδιάμεσο σταθμό

    Flying nonstop would reduce exposure to these most accident-prone phases of flight.

    Οι πτήσεις χωρίς ενδιάμεσο σταθμό μειώνουν την έκθεση σε αυτά τα στάδια της πτήσης που είναι πιο επιρρεπή στα δυστυχήματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nonstop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nonstop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη