Μετάφραση του "normalize" σε Ελληνικά

Οι κανονικοποίηση, ομαλοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "normalize" σε Ελληνικά.

normalize verb γραμματική

(transitive) To make normal, to make standard. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανονικοποίηση

    To minimize the duplication of information in a relational database through effective table design.

    Error while normalizing tracks

    Σφάλμα κατά την κανονικοποίηση των κομματιών

  • ομαλοποιώ

    verb

    When the political game gets back to normal, these atrocities will be impossible to put behind us.

    Όταν η πολιτική κατάσταση ομαλοποιηθεί ξανά, δεν θα μπορέσουμε να αγνοήσουμε αυτές τις κτηνωδίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " normalize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "normalize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "normalize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη