Μετάφραση του "normative" σε Ελληνικά
Οι κανονιστικός, ρυθμιστικός, Κανονιστικός, πρότυπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "normative" σε Ελληνικά.
normative
adjective
γραμματική
Of, pertaining to, or using a norm or standard. [..]
-
κανονιστικός
adjectiveThe use of European technical standards or internationally agreed normative documents should therefore be optional.
Συνεπώς, η χρήση ευρωπαϊκών τεχνικών προτύπων ή διεθνώς συμφωνηθέντων κανονιστικών εγγράφων θα πρέπει να είναι προαιρετική.
-
ρυθμιστικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " normative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Normative
-
Κανονιστικός, πρότυπος
Φράσεις παρόμοιες με "normative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γίνομαι καθεστώς · γνώμονας · κανονικό · κανόνας · μέτρο · πρότυπο · τύπος
-
Ευρωπαϊκό πρότυπο
-
κοινωνικός κανόνας
-
Πρότυπο, κανόνας, νόρμα
-
κανονιστική ηθική
-
Ηλεκτρική πιστοποίηση ευρωπαϊκά πρότυπα
-
αποτελώ τον κανόνα · είμαι ο κανόνας
-
Ηλεκτρική πιστοποίηση ευρωπαϊκά πρότυπα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη