Μετάφραση του "notebook" σε Ελληνικά

Οι σημειωματάριο, τετράδιο, φορητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "notebook" σε Ελληνικά.

notebook noun γραμματική

(computing) notebook computer, a class of laptop computer. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σημειωματάριο

    noun neuter

    book [..]

    I'm not sure it's the notebook kind of therapy, Dad.

    Δε νομίζω το σημειωματάριο να είναι είδος θεραπείας, μπαμπά.

  • τετράδιο

    noun neuter

    A book in which notes or memoranda are written.

    He pulled out a notebook.

    Αυτός έβγαλε ένα τετράδιο.

  • φορητός

    noun masculine

    notebook computer [..]

    In addition, most notebooks use an external power supply and have an integrated keyboard and pointing device.

    Επιπλέον, οι περισσότεροι φορητοί υπολογιστές χρησιμοποιούν εξωτερικό τροφοδοτικό και διαθέτουν ενσωματωμένο πληκτρολόγιο και διάταξη δρομέα κατάδειξης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φορητός υπολογιστής
    • ατζέντα
    • καρνέ
    • τεφτέρι
    • κιτάπι
    • μπλοκ
    • σημειωματάριο, υπολογιστής τύπου βιβλίου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " notebook " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "notebook"

Φράσεις παρόμοιες με "notebook" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "notebook" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη