Μετάφραση του "nudist" σε Ελληνικά

Το γυμνιστής είναι η μετάφραση του "nudist" σε Ελληνικά.

nudist adjective noun γραμματική

Naturism. A person who practices nudism. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυμνιστής

    masculine

    You're certainly the first nudist winemaker I've ever met.

    Είσαι ο πρώτος γυμνιστής οινοποιός που έχω γνωρίσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nudist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "nudist"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nudist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη