Μετάφραση του "nun" σε Ελληνικά

Οι μοναχή, καλόγρια, αδελφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nun" σε Ελληνικά.

nun noun γραμματική

A member of a Christian religious community of women who live by certain vows and usually wear a habit, in some cases in a cloister. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναχή

    noun feminine

    member of a non-Christian religious community of women [..]

    I don't know what to do at dinner with a nun.

    Δεν ξέρω τι να κάνω σε δείπνο με μια μοναχή.

  • καλόγρια

    noun feminine

    member of a Christian religious community of women

    You entered the convent to be a nun, not to be a nurse.

    Μπήκες στο μοναστήρι για να είσαι καλόγρια, όχι νοσοκόμα.

  • αδελφή

    noun feminine

    This is what I get for darting a nun.

    Να τι παθαίνει όποιος ρίχvει βέλος σε μια αδελφή!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αδερφή
    • καλογριά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Nun proper

A male given name [..]

+ Προσθήκη

"Nun" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Nun στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "nun"

Φράσεις παρόμοιες με "nun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη