Μετάφραση του "nut" σε Ελληνικά

Οι καρύδι, παξιμάδι, τρελός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nut" σε Ελληνικά.

nut verb noun interjection γραμματική

A fastener: a piece of metal, usually square or hexagonal in shape, with a hole through it having machined internal threads, intended to be screwed onto a bolt or other threaded shaft. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρύδι

    noun neuter

    hard-shelled fruit [..]

    I'm trying to crack a pretty tough nut up here.

    Πρoσπαθώ vα σπάσω έvα πoλύ σκληρό καρύδι εδώ.

  • παξιμάδι

    noun neuter

    that fits on a bolt [..]

    We can't check every nut and bolt after every flight.

    Ειναι αδυνατο να ελέγξουμε κάθε παξιμάδι και βίδα μετά από κάθε πτήση.

  • τρελός

    adjective masculine

    slang: insane person

    He's a nut who can pull his order and put me into bankruptcy.

    Ένας τρελός που μπορεί να ακυρώσει την παραγγελία του και εγώ να χρεοκοπήσω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξηρός καρπός
    • όρχις
    • περικόχλιο
    • αρχίδι
    • κεφάλι
    • εκκεντρικός
    • παλαβιάρης
    • ξυρός καρπός
    • τρελλός
    • φουντούκι
    • Κάρυο
    • εθισμένος
    • εν
    • κελυφωτός καρπός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Nut noun

Egyptian goddess of the sky

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νουτ

    Nut (goddess)

    And Nut was lifted up into the sky on a canopy over the earth.

    Η Νουτ ανυψώθηκε στον ουρανό και ενώθηκε με τον αδελφό της.

  • Περικόχλιο, παξιμάδι

NUT proper

Initialism of [i]National Union of Teachers[/i].

+ Προσθήκη

"NUT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το NUT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "nut"

Φράσεις παρόμοιες με "nut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καρπός φοίνικα orbignya speciosa
  • φοίνικας phylelephas macrocarpa
  • πεύκο Pinus cembroides
  • αποκλίνων · αρχίδι · μουρλός · ξηροί καρποί · τρελός · ψώνιο
  • ασφαλιστικό περικόχλιο
  • Είναι παλαβός
  • σκληρό καρύδι
  • "εγκλωβισμένο" παξιμάδι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη