Μετάφραση του "nutrient" σε Ελληνικά

Οι θρεπτικός, θρεπτικό, τροφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nutrient" σε Ελληνικά.

nutrient adjective noun γραμματική

A source of nourishment, such as food, that can be metabolized by an organism to give energy and build tissue. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θρεπτικός

    adjective masculine

    Sometimes a mother's milk doesn't have enough nutrients.

    Αλλά το δικό μου δεν έχει αρκετά θρεπτικά συστατικά.

  • θρεπτικό

    adjective neuter

    The test substance is added in low concentrations to a nutrient solution containing aerobic bacteria.

    Η ουσία ελέγχου προστίθεται σε χαμηλές συγκεντρώσεις σ' ένα θρεπτικό διάλυμα που περιέχει αερόβια βακτήρια.

  • τροφή

    noun feminine

    The assembled organs must havethe appropriate nutrients and heat and crucially, more direct power.

    Τα συναρμολογημένα όργανα χρειάζονται τροφή και ζέστη. Και οπωσδήποτε πιό πολύ ενέργεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θρεπτική ουσία
    • θρεπτικό συστατικό
    • τροφικός
    • Θρεπτικά συστατικά
    • θρεπτικά συστατικά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nutrient " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nutrient" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περιεκτικότητα σε θρεπτικές(ά) ουσίες (συστατικά)
  • ισορροπία θρεπτικών ουσιών (συστατικών)
  • κύκλος (των) θρεπτικών ουσιών · κύκλος της θρέψης
  • αφαίρεση των θρεπτικών ουσιών
  • θρεπτικά συστατικά
  • θρεπτικό μέσο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nutrient" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη