Μετάφραση του "obese" σε Ελληνικά
Οι παχύσαρκος, παχύς, εύσαρκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obese" σε Ελληνικά.
Extremely overweight, especially: weighing more than 20% (for men) or 25% (for women) over their ideal weight determined by height and build; or, having a body mass index over . [..]
-
παχύσαρκος
adjective masculineextremely overweight [..]
Like someone who's had gastric banding, even though he's never been obese.
Όπως κάποιος που έβαλε γαστρικό δακτύλιο, αν και δεν ήταν ποτέ παχύσαρκος.
-
παχύς
adjective masculineFor example, a person’s weight might be expressed objectively in kilos or in subjective terms such as ‘underweight’ or ‘obese’.
Για παράδειγμα, το βάρος ενός προσώπου δύναται να διατυπωθεί αντικειμενικώς σε κιλά ή με υποκειμενικούς όρους όπως «λιποβαρής» ή «παχύς».
-
εύσαρκος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εύσωμος
- υπερτραφής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obese " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "obese" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Παχυσαρκία · παχυσαρκία
-
κακοήθης παχυσαρκία · νοσηρή παχυσαρκία
-
νοσηρά παχύσαρκος
-
Παχυσαρκία · παχυσαρκία
-
Παχυσαρκία · παχυσαρκία
-
Παχυσαρκία · παχυσαρκία
-
Παχυσαρκία · παχυσαρκία