Μετάφραση του "objector" σε Ελληνικά

Οι αντιρρησίας, αρνητής, πνεύμα αντιλογίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "objector" σε Ελληνικά.

objector noun γραμματική

A person who objects to something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντιρρησίας

    Noun

    Nobody has a right to be a conscientious objector.

    Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να είναι αντιρρησίας συνειδήσεως.

  • αρνητής

  • πνεύμα αντιλογίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " objector " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "objector" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αντιρρησίας συνείδησης · αντιρρησίας συνείδησης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "objector" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη