Μετάφραση του "obliterate" σε Ελληνικά
Οι σβήνω, εξαλείφω, εξαφανίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obliterate" σε Ελληνικά.
obliterate
verb
adjective
γραμματική
To remove completely, leaving no trace; to wipe out; to destroy. [..]
-
σβήνω
verb -
εξαλείφω
verbRefuse, and I will obliterate this village.
Αρνήσου, και εγώ θα εξαλείφω αυτό το χωριό.
-
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απαλείφω
- εκμηδενίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obliterate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "obliterate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακύρωση · απάλειψη · εκμηδένιση · εξάλειψη · εξαφάνιση
-
καταστρέφω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη