Μετάφραση του "obsequious" σε Ελληνικά

Οι δουλοπρεπής, γλύφτης, Δουλοπρεπης ... too eager to help or agree with someone more important than oneself είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obsequious" σε Ελληνικά.

obsequious adjective γραμματική

(archaic) Obedient, compliant with someone else's orders or wishes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλοπρεπής

    adjective masculine, feminine

    Because I'm not an obsequious snitch, bungling the plans of my superiors.

    Διότι δεν είμαι ένας δουλοπρεπής καταδότης, που χαλάω τα σχέδια των ανωτέρων μου.

  • γλύφτης

    adjective masculine

    fawning, subservient

  • Δουλοπρεπης ... too eager to help or agree with someone more important than oneself

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δουλικός
    • κόλακας
    • ταπεινός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obsequious " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obsequious" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obsequious" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη