Μετάφραση του "obtain" σε Ελληνικά
Οι αποκτώ, βρίσκω, αγοράξω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obtain" σε Ελληνικά.
(transitive) To get hold of; to gain possession of, to procure; to acquire, in any way. [from 15th c.] [..]
-
αποκτώ
verbFor theses reasons they could not obtain benefits from this scheme.
Γι’ αυτούς τους λόγους δεν μπορούσαν να αποκτήσουν οφέλη από αυτό το καθεστώς.
-
βρίσκω
verbNamTar has offered us something that we cannot obtain anywhere else.
Ο Νάμταρ μας πρόσφερε κάτι που δεν μπορούμε να το βρούμε πουθενά αλλού.
-
αγοράξω
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξασφαλίζω
- πετυχαίνω
- προμηθεύομαι
- επικρατώ
- αγοράζω
- αποκτήσετε
- υπερισχύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obtain " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αποκτώ
For theses reasons they could not obtain benefits from this scheme.
Γι’ αυτούς τους λόγους δεν μπορούσαν να αποκτήσουν οφέλη από αυτό το καθεστώς.
Φράσεις παρόμοιες με "obtain" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παίρνω άδεια
-
απόκτηση · επίτευξη
-
αποκτώ
-
εφικτός · προσιτός
-
αποκτώ