Μετάφραση του "occasion" σε Ελληνικά

Οι ευκαιρία, περίπτωση, περίσταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "occasion" σε Ελληνικά.

occasion verb noun γραμματική

Need; requirement, necessity. [from 16th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευκαιρία

    noun feminine

    And this, my friend, is a rare occasion.

    Κι αυτή φίλε μου είναι μια σπάνια ευκαιρία.

  • περίπτωση

    noun feminine

    It is the rare occasion that he will allow himself to be seen without one of these.

    Είναι σπάνια περίπτωση που θα επιτρέψει να τον δουν χωρίς να φορά μία απ'αυτές.

  • περίσταση

    noun feminine

    From now on, every night's a special occasion.

    Από'δώ και μπρος κάθε βράδυ είναι μια ξεχωριστή περίσταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γεγονός
    • ανάγκη
    • εκδήλωση
    • συγκυρία
    • αιτία
    • συμβάν
    • προξενώ
    • κοινωνικό γεγονός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " occasion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "occasion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "occasion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη