Μετάφραση του "occupier" σε Ελληνικά

Οι ένοικος, κάτοχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "occupier" σε Ελληνικά.

occupier noun γραμματική

One who occupies, particularly with respect to a foreign government controlling the territory of another. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένοικος

    noun masculine
  • κάτοχος

    Noun masculine

    That use depends on the activity of the service-provider occupying publicly-owned property.

    Η χρήση αυτή αποτελεί έκφανση της δραστηριότητας του φορέα παροχής υπηρεσιών - κατόχου της δημόσιας ιδιοκτησίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " occupier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Occupier noun γραμματική

A proponent or supporter of the Occupy Wall Street movement

+ Προσθήκη

"Occupier" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Occupier στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "occupier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Κατειλημμένο εύρος ζώνης
  • Κατειλημμένο εύρος ζώνης
  • Γραμμή / Ζεύξη δεδομένων κατειλημμένη
  • καταλαμβανόμενος χώρος
  • απασχολούμαι
  • · απαιτώ · απασχολώ · απορροφώ · αποσχολ/ώ · ασχολούμαι · εισβάλλω · καλύπτω · κατέχω · καταλαμβάνω · κατοικώ · παίρνω
  • κατειλημμένο · κατειλημμένος · κατεχόμενος
  • κατεχόμενα εδάφη · κατεχόμενο έδαφος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "occupier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη