Μετάφραση του "odometer" σε Ελληνικά
Οι οδόμετρο, Οδόμετρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "odometer" σε Ελληνικά.
odometer
noun
γραμματική
An instrument attached to the wheel of a vehicle, to measure the distance traversed. [..]
-
οδόμετρο
neuterinstrument attached to the wheel [..]
I've checked the odometer on the car and the balance on the credit cards.
Έλεγξα το οδόμετρο του αυτοκινήτου, ξέρω το υπόλοιπο όλων των πιστωτικών καρτών μας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " odometer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Odometer
-
Οδόμετρο
I've checked the odometer on the car and the balance on the credit cards.
Έλεγξα το οδόμετρο του αυτοκινήτου, ξέρω το υπόλοιπο όλων των πιστωτικών καρτών μας.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη