Μετάφραση του "odorize" σε Ελληνικά

Οι μυρίζω, προκαλώ δυσοσμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "odorize" σε Ελληνικά.

odorize verb γραμματική

To add odor [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μυρίζω

    verb

    Anyone on that set could've complained about her offensive body odor.

    Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να πει ότι το σώμα της μυρίζει.

  • προκαλώ δυσοσμία

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " odorize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "odorize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Οσμή · άρωμα · μυρωδιά · οσμή · όσφρηση
  • δύσοσμος · οσμηρός
  • οσμηρή ουσία
  • όχληση λόγω οσμής
  • κακοσμία
  • Οσμή · άρωμα · μυρωδιά · οσμή · όσφρηση
  • Οσμή · άρωμα · μυρωδιά · οσμή · όσφρηση
  • Οσμή · άρωμα · μυρωδιά · οσμή · όσφρηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "odorize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη